Εδώ στο γραφείο έχει ανοίξει μια μεγάλη κουβέντα, με αφορμή όλο αυτό το debate που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες βδομάδες, γύρω από τις κατηγορίες περί παιδεραστίας κατά του Μάικλ Τζάκσον. Είναι από αυτές τις συζητήσεις που χωρίζουν τις παρέες σε αντίπαλα στρατόπεδα, αφού το επίμαχο ερώτημα είναι τόσο περίπλοκο και υποκειμενικό, που μένει μετέωρο χρόνια τώρα.

Γίνεται ή δε γίνεται λοιπόν να διαχωρίσουμε τον καλλιτέχνη από το έργο του, κι αν πούμε ότι δε γίνεται, πώς προσεγγίζουμε το έργο του αν τυχόν αποκαλυφθεί ότι ο καλλιτέχνης δεν ήταν αυτό το είδωλο που είχαμε στο μυαλό μας;

Οι αφηγήσεις των Γουέιντ Ρόμπσον και Τζέιμς Σέιφτσακ στο ντοκιμαντέρ Leaving Neverland, σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από τον Μάικλ Τζάκσον -πολύ πριν κλείσουν τα 18- είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα παραδείγματα αντίστοιχων καταγγελιών στη βιομηχανία του θεάματος. Χάρβει Γουαϊνστάιν, Κέβιν Σπέισι, Λούις Σι Κέι, Ρόμαν Πολάνσκι… είναι μερικές ακόμη περιπτώσεις διάσημων προσωπικοτήτων που έχουν κατηγορηθεί για ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο Ρέμπραντ λένε επίσης ότι κακομεταχειριζόταν την ερωμένη του, κι ότι ο Καραβάτζιο σκότωσε έναν άνδρα, πιθανότατα, κατά τη διάρκεια έντονης διαφωνίας τους. Και η λίστα συνεχίζεται και πάει πολύ πίσω στο χρόνο.

Στην πιο πρόσφατη περίπτωση, αυτή του Μάικλ Τζάκσον, έχει δημιουργηθεί μια απίστευτη πόλωση μεταξύ αυτών που αρνούνται κατηγορηματικά να πιστέψουν τις όποιες κατηγορίες ή θεωρούν ότι το τι έκανε στην προσωπική του ζωή δε σχετίζεται με την ιδιότητά του ως τραγουδιστής, και αυτών που θεωρούν ότι οφείλουν ως ένδειξη διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης προς τα θύματα να μποϊκοτάρουν το έργο του. Από τη μια, λοιπόν, ραδιοφωνικοί σταθμοί σε όλο τον κόσμο (από το BBC Radio 2 μέχρι ραδιόφωνα στη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά, την Αυστραλία, αλλά και την Ελλάδα) σταματούν να παίζουν τη μουσική του και από την άλλη, φανατικοί οπαδοί του στη Μεγάλη Βρετανία λανσάρουν καμπάνια σε λεωφορεία υπέρ της αθωότητάς του.

Και κάπου εκεί ανάμεσα βρίσκονται αυτοί που νιώθουν πολύ μπερδεμένοι και μουδιασμένοι για να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση ως προς το τι πρέπει να γίνει με το έργο κάποιου αγαπημένου τους -η μη- καλλιτέχνη κάθε φορά που κάποια κατηγορία ή είδηση επισκιάζει τη φήμη του. Όπως κι εγώ. Διάβασα κάπου τον πολύ εύστοχο τίτλο Γιατί πρέπει να διαχωρίζουμε την τέχνη από τον καλλιτέχνη, και γιατί δεν μπορούμε. Θα έλεγα ότι συνοψίζει όλες μου τις σκέψεις γύρω από το θέμα.

Ένα έργο τέχνης συνδέεται και δε συνδέεται με το δημιουργό του. Είναι και δεν είναι δικό του. Συνδέεται, με την έννοια ότι οποιοδήποτε είδος τέχνης είναι μια μορφή προσωπικής έκφρασης, και αυτό φαίνεται και από το πόσα αυτοβιογραφικά στοιχεία συναντά κανείς σε ένα βιβλίο, σε ένα θεατρικό κείμενο ή στους στίχους ενός τραγουδιού. Δε συνδέεται, καθώς από τη στιγμή που περνάει στη δημόσια σφαίρα γίνεται κομμάτι του κοινωνικού συνόλου, αποκτά μια οικουμενική αλλά και διαχρονική διάσταση, και η ερμηνεία του εναπόκειται στη διαφορετική ανάγνωση του κάθε αποδέκτη. Τι σημασία έχει τι είχε στο μυαλό του ο σκηνοθέτης μιας ταινίας, αφού η ταινία αποκτά ξεχωριστό νόημα για τον καθένα μας, ανάλογα με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που προκαλεί σε εμάς τους ίδιους. Άρα μπορούμε εύκολα, θα πει κάποιος, να δούμε ένα έργο τέχνης σαν μια ανεξάρτητη οντότητα, απόλυτα αποσυνδεδεμένη από το δημιουργό της. Μπορούμε να τραβήξουμε μια ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του έργου και του καλλιτέχνη κι έτσι να βγούμε όλοι κερδισμένοι. Και η Τέχνη ευρύτερα, κι εμείς οι ίδιοι.

Γιατί, λοιπόν, θα πουν οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, να γυρίσουμε αναδρομικά και να απορρίψουμε συλλήβδην το έργο του;

Το πρόβλημα με αυτή την (αρκετά βολική) συλλογιστική είναι ότι παραβλέπει ένα σωρό άλλα στοιχεία που νοηματοδοτούν ένα έργο τέχνης. Ακόμα κι αν ένα έργο είναι αναπόφευκτα ανοιχτό σε διαφορετικές προσεγγίσεις κι ερμηνείες, αυτό δε σημαίνει ότι δεν εντάσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, εντός του οποίου φέρει ήδη de facto κάποια νοήματα. Αν το αποπολιτικοποιήσουμε, αν το αποκόψουμε με άλλα λόγια από τις ιστορικο-κοινωνικές συγκυρίες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε αλλά και από το background του ίδιου του καλλιτέχνη, του αφαιρούμε ένα σημαντικό κομμάτι της εννοιολογικής του υπόστασης.

Και το ερώτημα παραμένει. Αν θεωρήσουμε λοιπόν ότι έργο και καλλιτέχνης δεν είναι ταυτόσημα, αλλά τουλάχιστον αλληλοεξαρτώμενα, πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε το έργο στην περίπτωση που δημοσιευθούν εις βάρος του καλλιτέχνη κατηγορίες για εγκληματικές ενέργειες; Κι αν η αυθόρμητη αντίδρασή μας είναι το ξενέρωμα (σ.σ. ο Γούντι Άλεν είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες κι ακόμα κι αν επιβεβαιωθούν όσα ακούγονται και ο ίδιος αρνείται, δε θα γυρίσω να πω ότι ξαφνικά δε μου αρέσουν οι ταινίες του ή ότι δε βρίσκω πλέον ευφυές το χιούμορ του – αλλά σίγουρα θα επηρεαστώ και το Μανχάταν ίσως αρχίσω να το βλέπω με άλλο μάτι), πρέπει σε ένα άλλο επίπεδο να ακυρωθεί ολόκληρο το έργο του; Και εδώ δυσκολεύουν τα πράγματα κι αρχίζουν να μπαίνουν τα εξαρτάται την περίπτωση, που κάνουν ακόμα πιο πολύπλοκη την κουβέντα. Εξαρτάται από το τι έχει διαπράξει. Εξαρτάται από το εάν οι κατηγορίες έχουν επιβεβαιωθεί ή όχι. Εξαρτάται από το εάν είναι ή δεν είναι εν ζωή. Εξαρτάται από τον ρεαλιστικό, κοινωνικό αντίκτυπο που θα έχει μια τέτοια κίνηση. 

Ειδικά στη σημερινή κοινωνία, ο καλλιτέχνης συνήθως είναι κομμάτι μιας τεράστιας βιομηχανίας. Στηρίζοντας οικονομικά ή κοινωνικά το έργο κάποιου διάσημου που έχει κατηγορηθεί για σεξουαλική κακοποίηση για παράδειγμα, μήπως έμμεσα του επιτρέπουμε να καταχράται τη θέση ισχύος του για να συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε; Μήπως συμβάλλουμε κι εμείς στη διαιώνιση της κουλτούρας που αφήνει στο απυρόβλητο όποιον έχει χρήματα, δόξα κι εξουσία;