Το περίμενα από το επόμενο λεπτό που ολοκληρώθηκε η πρώτη ταινία (παρεμπίπτοντος την αγάπησα) και η προοπτική να παρακολουθήσω την πρεμιέρα σε θερινό κινηματογράφο με ενθουσίασε λίγο λιγότερο από τις φήμες για επιστροφή του Robert Downey JR στο ΜCU.

Πήρα λοιπόν τα ποπ-κορν μου (που δεν επιτρέπεται να φάω αλλά συμπληρώνουν τέλεια την εικόνα) κάθισα αναπαυτικά στην καρεκλίτσα μου και η προβολή ξεκίνησε…

Η υπόθεση της ταινίας είναι απλή και συναρπαστική: Η παρέα των παιδιών ενώνεται και πάλι, προκειμένου να σταματήσει Το Αυτό που επιστρέφει στην πόλη του Ντέρι, 27 χρόνια μετά.

   

Το εξαιρετικό με το δεύτερο και τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας, είναι ότι υπάρχει πιο έντονα από ποτέ η αίσθηση πως η πραγματική απειλή δεν είναι ο σατανικός κλόουν, αλλά ο ίδιος ο εαυτός και οι φόβοι των πρωταγωνιστών μας. Αν το Κλαμπ των Χαμένων ενωνόταν από την αρχή χωρίς φοβίες και δεύτερες σκέψεις, η ταινία θα διαρκούσε περίπου μισή ώρα (όσο δηλαδή διαρκεί η τελική μάχη). Ωστόσο είναι αυτό ακριβώς το ψυχογράφημα των χαρακτήρων που με κέρδισε. Δέθηκα μαζί τους, γιατί τους είδα να φοβούνται πραγματικά, να είναι διατεθειμένοι να αθετήσουν κανονικότατα τον όρκο τους, προκειμένου να σώσουν την ζωή τους.            

Αν νομίζεις πως οι μικροί εαυτοί των πρωταγωνιστών μας ολοκλήρωσαν την εμφάνιση τους με την πρώτη ταινία, καλύτερα να το ξανά σκεφτείς, καθώς αυτήν τη φορά η συνταγή του βιβλίου που παίζει συνέχεια ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ακολουθείται και στην οθόνη, δίνοντας στοιχεία και πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να μπερδεύει τον θεατή.

Οι ερμηνείες και η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικές, με δυο-τρεις σκηνές να κόβουν πραγματικά την ανάσα, με μόνο μελανό σημείο τα πολλά αχρείαστα jump scares, που σε μια ταινία με τόσο βάθος και υπόβαθρο, μπορεί να εκνευρίσουν και αλήθεια δεν χρειάζονται.

Συνοψίζοντας: Αν σου άρεσε το πρώτο, μην το σκέφτεσαι, πήγαινε να κλείσεις το εισιτήριο σου τώρα! Αν η πρώτη ταινία δεν σε ικανοποίησε, δες κάτι άλλο, δεν χάθηκε ο κόσμος.