Πριν 10 χρόνια, ξημερώματα κι ενώ κοιμόμουν στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας της οδού Ναυαρίνου στη Θεσσαλονίκη, θα ξυπνούσα από τον ήχο που έκαναν οι βαριοπούλες που έσπαγαν με μανία την τράπεζα που βρισκόταν ακριβώς από κάτω.

«Παράξενο το μέγεθος αυτού του μίσους», σκέφτηκα, και ξανακοιμήθηκα. Το πρωί, η γενιά μου, θα ξυπνούσε αλλιώς. Βιασμένη απολύτως απ' τη βία της εξουσίας. Με τόσο μεγάλο φόβο για την από εδώ και μπρος ζωή και για τον κόσμο, τόσο μεγάλο, που ήταν έτοιμη να περπατήσει ανάμεσα σε δρόμους φωτιάς, κυριολεκτικά, μέσα σε χημικά και γκλομπ και πιστόλια με το χέρι στη σκανδάλη, χωρίς να νοιάζεται αν θα βγει ζωντανή. Απ' το να τη σκοτώσουν, σκεφτόταν, καλύτερα να χαθεί από μόνη της, φωνάζοντας και κλαίγοντας. Σήμερα, που μένω στα Εξάρχεια, αποφεύγω να στέκομαι σε εκείνο το σημείο του μπαλκονιού απ' όπου φαίνεται το σημείο της δολοφονίας, της εν ψυχρώ εκτέλεσής του. Εκεί όπου εξοστρακίστηκε κάθε ελπίδα να λυτρωθούμε απ' το άδικο.

Τρανά παραδείγματα αυτά του Φύσσα απ' το Κερατσίνι και του Ζακ που φορούσε μακιγιάζ τα βράδια. Δεν σκοτώνεις ένα παιδί. Αλλά ούτε έναν μεγάλο. Δεν σκοτώνεις έναν «ξένο», ούτε ένα «πρεζάκι». Δεν σκοτώνεις ούτε αυτόν που έρχεται απ' τα Δυτικά, ούτε αυτόν που «καλοπερνά» στα Βόρεια Προάστια. Δεν σκοτώνεις αυτόν που σου αντιμιλά, δεν σκοτώνεις αυτόν με τον οποίο διαφωνείς, δεν σκοτώνεις αυτόν που δεν σου κάθεται να τον βιάσεις, δεν σκοτώνεις αυτόν που δεν σου αρέσουν τα μούτρα του, δεν σκοτώνεις αυτόν που πετάει μολότοφ και πέτρες, δεν σκοτώνεις καν αυτόν που φοβάσαι.

Σκοτώνεις όμως, ίσως, αυτόν που σε στοχεύει στην καρδιά μ' ένα περίστροφο. Κι αυτό ήταν το λάθος του Γρηγορόπουλου. Γιατί τώρα θα μας είχε γλιτώσει από δέκα χρόνια, βαθιά εγκατεστημένης μέσα μας, κοινωνικής αδικίας, που δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Κι έτσι, όντως, όλες οι νύχτες, από εκεί και πέρα, ήταν του Αλέξη.