Για τους φίλους σου, κάνεις πράγματα που μπορεί να έχουν κάποιο επίπεδο δυσκολίας, μπορεί και να σε βγάζουν από τη ζώνη άνεσης σου. Για τους φίλους σου κάνεις τέτοια πράγματα, γιατί το έχουν κερδίσει, απλά επειδή είναι φίλοι σου και η ζωή χωρίς αυτούς θα έμοιαζε με τραγούδι της Ευσταθίας ή κάτι τέτοιο… τελοσπάντων.

Ήταν καλοκαίρι του 2003 και η απομυθοποίηση της φοιτητικής ζωής ήταν μια κατάσταση που ήδη μου συνέβαινε, επιθετικά και κυνικά. Οι παρέες που είχαν σχηματιστεί στο α’ εξάμηνο, από τις αρχές του εξαμήνου, παρουσίαζαν ρωγμές διχόνοιας, με αποτέλεσμα να τέμνονται σε κλάσματα και υποδιαιρέσεις. Η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν μια προαιρετική κατάσταση, κάτι που αναγκάζονταν να το υποστούν όσοι δεν είχαν πιάσει δουλειά σε καφετέριες ή άλλες εμπορικές/ψυχαγωγικές επιχειρήσεις, για να μη νιώθουν άνεργοι και άεργοι ταυτόχρονα. Η καθημερινή σχεδόν, έξοδος σε clubs/καφετέριες ήταν μια μορφή συντήρησης κάποιων φοιτητό-παρεών, ένας τρόπος για να αντέξουν τη διάσπαση, που έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε μερικά εξάμηνα αργότερα, μέσα από τη ρουτίνα και την πνευματική κόπωση της παρακολούθησης μαθημάτων, με μέτριο ή ανύπαρκτο ενδιαφέρον, που υπολογίζονταν όμως στο γενικό βαθμό του πτυχίου.

Εκείνο το καλοκαίρι, έπαθα την πρώτη μου κρίση πανικού, μέσα σε ένα κατάστημα λαϊκής διασκέδασης, γνωστό και ως ελληνάδικο. Πώς συνέβη αυτή:

Η διαδρομή από το πατρικό σπίτι ως τα Ιλίσια και από εκεί, στο Παγκράτι, έμοιαζε εύκολη. Η Γ. είχε γενέθλια και θα καλούσε όλες τις φίλες της. Η Γ. ήταν πολύ δημοφιλής και έμοιαζε αρκετά καλή ιδέα για τη δική μου επικοινωνιακή στρατηγική μέσα στη σχολή να βρεθώ σε ένα πάρτι της. Το πάρτι θα γινόταν σε ελληνάδικο στο Παγκράτι. Το γεγονός ότι με τη συγκεκριμένη παρέα είχα ήδη βρεθεί σε αντίστοιχες ελληνικές βραδιές και είχα αποχωρίσει με μια αίσθηση τρόμου, γέλιου και αηδίας, ήταν κάτι που προσπαθούσα να ξεχάσω. Έπρεπε να με δουν σε αυτό το πάρτι.

Η παρέα ήταν αυτή που περίμενα. Κ.Μ.Κ.Β.Ρ.Α.Δ. μαζί με τουλάχιστον άλλα 15 άτομα, άνδρες και γυναίκες, που δεν γνώριζα. Το τραπέζι μας είχε ακουμπισμένα τρία μπουκάλια με βότκα, τεκίλα, τζιν, πολλά ποτήρια που έδειχναν χρησιμοποιημένα (αμέτρητες φορές), ξηρούς καρπούς που οι μισοί είχαν διασπαρθεί επάνω στο τραπέζι, σχεδόν λιωμένος πάγος και μπουκάλια αναψυκτικών. Βρήκα ένα ποτήρι, το γέμισα (με τρεμάμενο χέρι) με βότκα, ενώ άλλοι τρεις άγνωστοι με είχαν στριμώξει περιμένοντας, επίσης, τη δόση τους και η παρέα των συμφοιτητριών είχε ήδη ξεκινήσει να χορεύει με διονυσιακή χαρά, κομμάτια του Βαλάντη, του Τριαντάφυλλου, της Νατάσας Θεοδωρίδου και άλλων λαϊκοπόπ τραγουδιστών.

Η ώρα περνούσε και η κατάσταση στα μάτια μου γινόταν παράξενα επιθετική. Από πίσω μου ένας κύκλων αντρών με παχιές καδένες στο λαιμό, χοροπηδούσαν με εκστατική μανία και σε κυκλικά μοτίβα, κάνοντας κάτι που θύμιζε ζεϊμπέκικο. Σε απόσταση χιλιοστών, δυο ξανθά κορίτσια προσπαθούσαν να χορέψουν τσιφτετέλι και εγώ να αποφύγω να τις ακουμπήσω σε παρεξηγήσιμα σημεία, χωρίς επιτυχία. Ο φίλος της μιας ξανθιάς κοπέλας εμφανίστηκε μπροστά μου με βλέμμα δολοφονικό, ενώ εκείνες με κοιτούσαν απαξιωτικά («ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΕΓΙΝΕ» μουρμούρισα). Οι αλλαγές της μουσικής γίνονταν αιφνιδιαστικά και με την ένταση κάθε φορά να δυναμώνει και το κάθε κομμάτι με κλαρίνα, τρομπέτες και τουμπελέκια να ενώνεται με κάποια «ηλεκτρικά», που συνδύαζαν το μπουζούκι με τα house beats. Όλος αυτός ο κόσμος βρισκόταν σε μια κατάσταση επίθεσης, έκστασης και εγώ σε μια ξαφνική εφίδρωση. «Εντάξει μωρέ, ζέστη κάνει, Μάιος μήνας είναι» σκέφτομαι. Δεν έκανε ζέστη. Η εφίδρωση ήταν ο προάγγελος της Επίθεσης. Σκουντήματα, αγκωνιές, μουσική δυνατή -σχεδόν απειλητική, ποτό που βρωμάει οινόπνευμα, «τσιγάρο να καπνίσω;» – όχι δεν γίνεται, δεν υπάρχει χώρος για κάτι τέτοιο. Βούλιαζα. Πέθαινα. Μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου, πότε με προειδοποιούσε και πότε μου ψιθύριζε ειρωνικά, «εδώ, θα πεθάνεις».

Ξαφνικά η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σε ρυθμούς χέβι μέταλ. Περπατούσα και νόμιζα ότι θα πέσω, χωρίς να υπάρχει κάτι να με ρίξει. Περπατούσα και νόμιζα ότι θα πέσω χωρίς να σηκωθώ ξανά. Έπρεπε να φύγω αμέσως.

Δεν θυμάμαι τι δικαιολογία είπα για να φύγω. Κάτι σαν «ο αδελφός μου μαγείρεψε και έκαψε την κουζίνα»; Κάτι που έμοιαζε μάλλον ανήκουστο, τρομακτικό και λογικά η παρέα θα το είχε ξεχάσει μισή ώρα αργότερα.

Όταν βρέθηκα μέσα σε ένα ταξί με προορισμό το σπίτι, ο «συναγερμός» είχε λήξει. Δεν θα έπεφτα, δεν θα πέθαινα. Τα επόμενα χρόνια έμαθα να κουμαντάρω τις κρίσεις πανικού. Προχθές βρέθηκα ξανά σε ένα κατάστημα διασκέδασης σαν το ελληνάδικο που περιέγραψα παραπάνω. Η Φωνή ήταν εκεί για να μου θυμίσει ότι πάντα υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να πέσω κάτω, για πάντα.

Δεν ξέρω αν θεραπεύεται η κρίση πανικού. Αν υπάρχει κάποιο χάπι που διορθώνει αυτό το glitch ψυχοπνευματικής αστάθειας που παραλύει μυαλό και σώμα. Η κρίση πανικού είναι μια φωνή που σε προκαλεί να μείνεις κάτω από όσα δύσκολα συμβαίνουν γύρω σου: Από μια μη διαχειρίσιμη κοινωνική κατάσταση, από άθλιες μουσικές και φωνές, από τσιγάρα και άθλια ποτά. Μετά ο δρόμος έχει δυο κατευθύνσεις: Ή μένεις κάτω, ή αποφασίζεις να σηκωθείς και να περπατήσεις όρθιος.