Για φαντάσου ο «Πρίγκιπας» να ζούσε σήμερα... Θα ήταν 70 ετών. Σίγουρα δεν θα τον έλεγες «ηλικιωμένο» και σίγουρα θα ήταν απαράμιλλα γοητευτικός, ακόμη και σ’ αυτά την ηλικία. Γιατί ο Σιδηρόπουλος, ο απροσάρμοστος πρίγκιπας, είχε διαχρονική ευφυΐα, διαχρονικό χιούμορ και διαχρονικό μουσικό ταλέντο. Αυτός ο απόλυτος περφόρμερ, με την ευγενική φυσιογνωμία, ήταν ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, εντελώς αδύναμος να προσαρμοστεί στην σκληράδα του κόσμου μας.

"Χωρίς αιτία"

Η ιστορία του

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα, αλλά αμέσως πήγε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε τα πρώτα του 6 χρόνια.

Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας (Τζένης) Σιδηροπούλου το γένος Αλεξίου, την οποία λάτρευε. Ήταν ανιψιός της Έλλης Αλεξίου και δισέγγονος του Γεώργιου Ζορμπά, του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά, όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης. Συνδυάζει, δηλαδή, γονίδια αλήτη και διανοουμένου.

Ήταν ένα πολύ ζωηρό παιδί, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνο, πρόσχαρο και πάντα ευαίσθητο, καλόκαρδο, πολύ κοινωνικό, που έκανε εύκολα φίλους. 

Το πρώτο τους σπίτι στην Αθήνα ήταν στη Βλαβιανού 13 στα Πατήσια. Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ι. Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη.

Ο πατέρας του που είχε σπουδάσει στο χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του, δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ, τη μοναδική ελληνική βιομηχανία που παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί.

Ο Παύλος ως μαθητής φοίτησε στο 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, απ' όπου αποφοίτησε το 1966. Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής.

Αν και δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης». Σπουδές που δεν ολοκλήρωσε, μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες  τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του. «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του.

Αν και μεγάλωσε με παραδοσιακές αρχές, σε μια καλή και εύπορη οικογένεια, περιφρονούσε τα υλικά αγαθά. Το μυαλό του «έτρεχε» αλλού. Ως έφηβος ακούει πολλή μουσική, του αρέσει να χορεύει και το νέο είδος της ροκ εν ρολ μουσικής γίνεται ο ήχος που τον αντιπροσωπεύει. Θαυμάζει και μουρμουρίζει από Τζάγκερ και Χέντριξ μέχρι Τσιτσάνη και Βαμβακάρη. Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι' αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμισι μήνα Τρίπολη, 20 μέρες 401 και 4 ηλεκτροσόκ παίρνω τρελόχαρτο».

Στη Θεσσαλονίκη, ως νεαρός φοιτητής, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Εκεί, μάλιστα συγκατοικούσε με τον τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό. Κι εκεί συναντά τον μουσικό Παντελή Δεληγιαννίδη, που τότε ήταν κιθαρίστας στους Olympians. Αισθάνεται ότι πρέπει να συνεργαστούν, ότι αυτός ο τύπος δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη κι ότι τα κοινά τους ακούσματα -Blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall- τους ενώνουν. Έτσι, δημιουργούν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας», κατεβαίνουν στην Αθήνα και μέσα στη διετία 1970-1971 ηχογραφούν τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους».

To 1972, την εποχή που εμφανιζόταν με τα "Μπουρμπούλια".

Το 1972 συνεργάζονται με τον Ν. Τσιλογιάννη και Β. Ντάλλα, από τα «Μπουρμπούλια» και διατηρούν αυτό το όνομα στη νέα μορφή της ροκ μπάντας τους, κυκλοφορώντας ένα νέο δισκάκι που περιλαμβάνει τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση». Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ, και για τα οποία ο Σιδηρόπουλος έλεγε πως «όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία».  Διαλύονται στις αρχές του 1974 και στην εποχή της μεταπολίτευσης «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο ίδιος το Σεπτέμβριο του '90, στην τελευταία συνέντευξή του, στο Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM.

Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός, κάτι που συνέβη τελικά την περίοδο 1974-1976. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι' αυτόν ακριβώς τον τρόπο της ζωής». Για την περίοδο εκείνη, εξηγούσε, τον Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (…). Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18]. Οι εμφανίσεις του ως ηθοποιός, στο πάλκο, είχαν έντονη θεατρικότητα, ευρηματικότητα και χιούμορ, κι εξαιτίας αυτών του προτάθηκαν μέχρι και παιδικές θεατρικές παραστάσεις. Είχε πρόταση να συνεχίσει σ' αυτό τον μουσικό δρόμο που του χάραξε ο Μαρκόπουλος, μαζί με την Βίκυ Μοσχολιού, αλλά αρνήθηκε κι επέστρεψε οριστικά στον αυθεντικό ροκ ήχο, που αντιπροσώπευε πλήρως την υπόστασή του. Αυτή ακριβώς την περίοδο γράφει στίχους και μουσική για τον πρώτο μεγάλο του δίσκο, το «Φλου», τον οποίο και ολοκληρώνει τέλη του '77. Τότε γνωρίζεται με τους «Σπυριδούλα», ένα ροκ συγκρότημα, που είχε γίνει ήδη γνωστό από τις συχνές ζωντανές εμφανίσεις του και που άρεσε πολύ στον Παύλο γιατί, όπως είχε πει, «δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» [σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μέσα στο 1978 ξεκινούν τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ -δηλαδή EMI Columbia- 1979) και καταλήγουν στο «Φλου», που αξίζει να σημειωθεί πως ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ -σε σχετικό αφιέρωμα του 1992- ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής. Λίγους μήνες μετά, όμως, η συνεργασία τους τελειώνει κι η διακριτική εξήγηση απ' τον Σιδηρόπουλο είναι: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Από το 1979  παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Τέρρυ Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα '70s), ενώ προστίθενται ο επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας και ο Τζίμης Τζιμόπουλος. Κι έτσι, δημιουργείται η Εταιρεία Καλλιτεχνών, που παίζει ροκ εν ρολ της εποχής 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια. Οι κριτικές του Τύπου ήταν εντυπωσιακές, όπως π.χ. «η Εταιρεία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση». Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να 'μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». Όμως, τελικά, δεν άργησαν να διαλυθούν…

«Εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το 'θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα’κει» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981].

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους «Sharp Ties» και λίγο αργότερα από την «Μουρμούρα», ενός βραχύβιου σχήματος με μέλη παλιούς γνώριμους.

Αρχές του 1980, ο Σιδηρόπουλος ψάχνεται ξανά, προκειμένου να βρει που θα μπορέσει να αφοσιωθεί. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του '70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να 'χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…». Και κάπως έτσι, δημιουργούνται οι «Απροσάρμοστοι», οι οποίοι σύντομα (1985) θα κυκλοφορήσουν τον δίσκο «Εν Λευκώ», σε στίχους και μουσική του Παύλου, αποδεικνύοντας ότι όλο το προηγούμενο διάστημα, το μυαλό του δούλευε και το αυτί του δοκίμαζε ήχους. Πρόκειται για ένα άλμπουμ που προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά ακόμη και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Δεν αργεί ούτε εδώ η στιγμή της διάλυσης, γιατί, όπως λέει, «οι Απροσάρμοστοι αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κ.λ.π. Μετά απ' αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι «Απροσάρμοστοι»  τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Και με ενιαίο όνομα, ως «Zorba the Freak», ξεκινούν τον Απρίλιο του 1984 τις ηχογραφήσεις  του ομώνυμου δίσκου τους που κυκλοφορεί στα μέσα του '85 και περιέχει τα δημοφιλέστερα κομμάτια του Παύλου, όπως τα «R’Ν’R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του (Απογοήτευση, Το '69).

Στην τελευταία συνέντευξή του -στο Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM- ο Σιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» (1977), τον είχε δελεάσει.

Σκηνή απο την ταινία "Ο Ασυμβίβαστος"

Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη και σ' αυτήν περιέχονται το «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω», καθώς και το «Κάποτε θα ‘ρθουν», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Ο ίδιος υπήρξε ένα ευρέως πολιτικοποιημένο άτομο που μέσα από το ροκ εξέφραζε την επαναστατικότητα του. Γι' αυτές του τις ιδέες, ερχόταν σε ρήξη με πολλούς στρατευμένους συνθέτες της εποχής, θεωρώντας πως η κραυγαλέα επαναστατικότητα των στίχων που χρησιμοποιούσαν, κατέληγε να μην είναι γνήσια επαναστατική. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει στον συγγραφέα/δημοσιογράφο Μισέλ Φάις, τον Σεπτέμβριο του 1990, για το περιοδικό ΗΧΟΣ&HI-FI: «Το ροκ στην Ελλάδα ακόμα είναι επαναστατικό είδος. Δεν έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο. Ανεβαίνεις στο πάλκο και βλέπεις ότι ο άλλος έρχεται ανοιχτός να σε ακούσει για τα καθημερινά του προβλήματα».

Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Φεστιβάλ Πρέβεζας το 1984 (φωτ.: Μ. Νταλούκας) 

Παράλληλα, χαρακτηριστικό αυτού του δημιουργού, ήταν το γεγονός ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις.

Εξάρχεια, δεκαετία του ’80, μετα από επεισόδια. Ο Alex K. των Last Drive και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, συζητούν με τον… Άρη Πορτοσάλτε!

Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία, ενώ καθοριστικές υπήρξαν γι' αυτόν οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg) και τη λεγόμενη rock subculture, με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές, όπως ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος, ο Καρούζος κι απ' τους νεότερους ο Χρονάς και ο Βάρος. Παράλληλα, ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.

"Εν κατακλείδι"

Το τέλος του Πρίγκιπα...

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ' όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης.

Με τη μητέρα του στη Θεσσαλονίκη.

Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος) και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ' όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.

Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο.


Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

* Το κείμενο βασίστηκε σε πληροφορίες από το pavlos-sidiropoulos.gr