Στην ταινία «Her», o χαρακτήρας που υποδύεται ο Joaquin Phoenix, σπάει τη μοναξιά του ξεκινώντας μια ολοκληρωμένη, καθημερινή, ρομαντική σχέση με ένα software υπολογιστή που διαθέτει την ικανότητα να συμμετέχει σε διάλογο με το χρήστη του. Η ταινία του Spike Jonze δίνει μια απάντηση στο ερώτημα του αν ο άνθρωπος μπορεί να βρει τεχνολογικά υποκατάστατα που να γεμίζουν το ερωτικό κενό. Από την άλλη, το «Being There» είναι ένα κινηματογραφικό παιχνίδι, που επιχειρεί να αποδείξει ότι ακόμα και ένα ανθρώπινο ον σημαντικά μειωμένων δυνατοτήτων, ένα -κάτι σαν- cyborg με ανθρώπινο πρόσωπο, μπορεί να κάνει κυβερνητική πολιτική και με έντονη απήχηση μάλιστα.

Ο ίδιος ο Peter Sellers είχε πει στον κριτικό κινηματογράφου Roger Ebert: «Δεν έχω προσωπικότητα, είμαι ένας χαμαιλέοντας που αλλάζει πρόσωπα διαρκώς». Για τον Sellers, ο ρόλος του κηπουρού Chance, έγινε η σημαντικότερη πρόκληση της καριέρας του, μια ευκαιρία που κυνήγησε για σχεδόν μια δεκαετία, μελετώντας το ομώνυμο μυθιστόρημα του Jerry Kozinski και μιλώντας στο τηλέφωνο με τον σκηνοθέτη Hal Ashby, με τη φωνή και τον χαρακτήρα του Chance, όπως εκείνος τον είχε πλάσει. Η ταινία κέρδισε τρία Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτό του Διασκευασμένου Σεναρίου, όχι όμως για την ερμηνεία του Sellers, ο οποίος έφυγε από τη ζωή, ένα χρόνο αργότερα.

Ο Chance είναι ένας μεσήλικας κηπουρός, του οποίου ο κόσμος έχει σύνορα εκεί που τελειώνουν τα δέντρα που καλλωπίζει καθημερινά, εκεί που κλείνει η πόρτα του σπιτιού που έχει ζήσει όλη του τη ζωή. Μια μέρα μαθαίνει ότι ο κύριος του (ίσως και πατέρας του)  έχει πεθάνει και η εφορία έρχεται να σφραγίσει το σπίτι που ζει. Καλείται να ζήσει στον κόσμο που υπάρχει έξω από τον κόσμο του. Μοναδικό του εφόδιο ώστε να αντιληφθεί αυτό τον κόσμο, είναι το χειριστήριο της τηλεόρασης. Αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται μόνο ότι έχει πράσινο χρώμα και θρέφεται με νερό. Οι νταήδες που του επιτίθενται, τα αυτοκίνητα στους δρόμους, οι βρισιές, τα ρομαντικά λόγια γυναικών και αντρών, είναι πληροφορίες που προσπαθεί να τις επεξεργαστεί πατώντας κουμπιά από το τηλεκοντρόλ του.

Μια ξαφνική συνάντηση με την Eve (Shirley McLaine) θα τον φέρει στο σπίτι του ηλικιωμένου εκατομμυριούχου λομπίστα της αμερικάνικης κυβέρνησης Benjamin Rand (Melvyn Douglas). Στην ερώτηση «πώς σε λένε», ο ίδιος απαντά «Chance, the gardener» και όλοι ακούν «Chauncey Gardiner» και η λιτή -με ατάκες που δεν ξεπερνούν τα 5 δευτερόλεπτα- ομιλία του, γεμάτη από πομπώδη σλόγκαν (που έχει μάθει από την τηλεόραση) προκαλεί δέος σε όλους.

Κάπου εδώ το (φιλμικό) παιχνίδι ξεκινάει. O Benjamin σε συνάντηση του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ σχετικά με την οικονομία, ακούει τον Chance να λέει πώς «με υπομονή και με φροντίδα οι δύσκολες εποχές μπορούν να περάσουν και να μεγαλώσει ξανά» χωρίς να διακρίνει ότι αναφέρεται στο πότισμα ενός κήπου. Ο Πρόεδρος  «Bobby» ενσωματώνει αυτά τα λόγια σε δημόσια ομιλία του, αποδίδοντας τα στον Chauncey Gardiner και αυτόματα δημιουργείται συλλογικός παροξυσμός. Οι εφημερίδες βρίσκουν ένα νέο άγγελο εξάγγελο κοινωνικής ευδαιμονίας, οι μυστικές υπηρεσίες προσπαθούν να βρουν στοιχεία για το παρελθόν αυτού του Chauncey, που μοιάζει να μην έχει όνομα, πατρίδα, οικογένεια. Την ίδια στιγμή η Eve τον ερωτεύεται, αλλά εκείνος δεν έχει ιδέα τι είναι ρομάντσο. «I like to watch» επαναλαμβάνει σε γυναίκες και άντρες που τον πολιορκούν, χωρίς κανείς τους να αντιλαμβάνεται ότι αναφέρεται στην τηλεόραση.

Bobby: Κύριε Gardiner, συμφωνείτε ότι μπορούμε να φέρουμε να προκαλέσουμε άνοδο, χωρίς κάποια έξτρα προσπάθεια;

Chance: Αρκεί να μην κόβονται οι ρίζες. Τότε όλα στον κήπο θα είναι καλά.

Bobby: Στον κήπο;

Chance: Ναι, στον κήπο, το μεγάλωμα έχει τις εποχές του. Πρώτα έρχεται η άνοιξη, μετά το καλοκαίρι, αλλά μετά έχουμε το φθινόπωρο  και το χειμώνα.

Bobby: Καλοκαίρι και χειμώνας;

Chance: Ναι

Benjamin: Νομίζω πώς ο πανέξυπνος νεαρός φίλος μας θέλει να πει είναι ότι αφού μπορούμε να επιβιώνουμε στις σκληρές εποχές της φύσης, γιατί να μην κάνουμε το ίδιο και με τις δυσκολίες της οικονομίας;

Chance:  Πάντα μεγαλώνουν την άνοιξη!

Bobby: Κύριε Gardiner, αυτή είναι η πιο ανάλαφρη και αισιόδοξη πολιτική δήλωση που έχω ακούσει εδώ και πολύ πολύ καιρό! Θαυμάζω το στέρεο αισθητήριο σας, είναι κάτι που μας λείπει αυτή τη στιγμή.

Αυτός ο διάλογος εκτοξεύει τον Gardiner στα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικάνικης πολιτικής, ενώ οι μυστικές υπηρεσίες σκοντάφτουν στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, ενώ ο Benjamin πεθαίνει και ο Chauncey γίνεται πια ο άντρας του σπιτιού, το πιστό στήριγμα της Eve.

Το φινάλε θα βρει τον Chance να περπατάει στο νερό. Τι είναι τελικά ο Chance; Μήπως είναι κάποιος Θεός; Μήπως είναι ένα είδος ανθρώπου που λειτουργεί μόνο με τις βασικές «εργοστασιακές» ρυθμίσεις κι εμείς, οι θεατές, είμαστε η έξυπνη εκδοχή του; Τελικά η ουσία της πολιτικής εξαντλείται στη γοητεία και στα όμορφα λόγια που λέει ο κάθε πολιτικός άρχοντας; «Life is a state of mind», είναι η τελευταία ατάκα του Chance. Άρα η ζωή ξεκινάει τη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος σκέφτεται κάτι. Άρα, αν δεν σκέφτεσαι κάτι συγκεκριμένο και λειτουργείς στον αυτόματο πιλότο, όπως ο Chance, μπορείς να γίνεις πολιτικός.