Καλοκαίρι του 1981, ενώ ο Γεώργιος Ράλλης προκηρύσσει εκλογές (που θα φέρουν την «Αλλαγή» και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία), ενώ ακόμα οι πληγές από το σεισμό στις Αλκυονίδες Νήσους (μεγέθους 6.7 ρίχτερ – 20 νεκροί) ακόμα δεν έχουν επουλωθεί, ενώ τα ακρώνυμα MTV – αλλά και AIDS – μπαίνουν ξαφνικά στο λεξιλόγιο των δυτικών κοινωνιών, οι «Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου προβάλλονται για πρώτη φορά στους κινηματογράφους της Αττικής.

Παράλληλα όμως, οι «Απέναντι» κατάφεραν να γίνουν το ψηφιδωτό μιας ολόκληρης εποχής, μια απεικόνιση της αστικής μοναξιάς στην Αθήνα του 1981. Που απέχει ελάχιστα από την Αθήνα του 2018.

Η σύνοψη της ταινίας μπορεί να χωρέσει σε μιάμιση πρόταση.

Ήταν ένα ανέκδοτο, μια αφήγηση που κράταγε δύο λεπτά. Κάποιος έπαιρνε μάτι απέναντι διαμέρισμα, όπου έμεναν μάνα και κόρη, κι όλοι νόμιζαν ότι τον ενδιαφέρει η κόρη, όμως εκείνος το έκανε για τη μάνα. (Γ. Πανουσόπουλος)

Αυτή είναι η ιστορία. Συγκεκριμένα, όλα αρχίζουν όταν ο Χάρης (Άρης Ρέτσος) ή αλλιώς, το Φάντασμα, ένα τύπος λίγο πιο παράξενος και μοναχικός από τους γύρω του, παίρνει το Ι5 από την στρατολογία και το «γιορτάζει» κλείνοντας την πόρτα στη γιαγιά, στη γκόμενα, στην παρέα, στα παιδιά με τις μοτοσυκλέτες που κάνουν μαζί κόντρες και μικροκλοπές. Ο χρόνος για τον Χάρη μοιάζει να κολλάει, τα λεπτά να θολώνουν και να γίνονται αιώνες κάθε που βγαίνει από το δωμάτιο του και συναντιέται μαζί τους. Μόνο οι στιγμές που βρίσκεται μόνος του, παρέα με ένα τηλεσκόπιο και παρατηρεί τον ουρανό, τους δρόμους, τα γειτονικά σπίτια, έχουν κάτι, ένα κρυφό θησαυρό, κάτι μαγικό που κάπου καιροφυλακτεί. Και ξαφνικά έρχεται εκείνη, η Στέλλα (Μπέτυ Λιβανού).

Εκείνη είναι μητέρα, που ζει σε διαμέρισμα μαζί με τον βαρεμένο άντρα, την έφηβη κόρη της και μια ρουτίνα που ρουφάει την καθημερινότητα σαν μαύρη τρύπα. Ο Χάρης θα δει την Στέλλα καθώς κάνει σεξ με τον άντρα της, ένα «συζυγικό καθήκον» που κρατάει λίγα δευτερόλεπτα, θα τη δει να δέχεται κακοποίηση από οικογενειακό φίλο, θα τη δει καθώς προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι της όρθιο, θα τη δει μόνη και καυλωμένη. Θα την παρατηρεί και θα μοιράζεται την ίδια μοναξιά και την ίδια καύλα. Θα νιώσει το κεφάλι του έτοιμο να σπάσει, εκτός αν επιτέλους βρει έναν τρόπο να της μιλήσει. Θα της μιλήσει.

Διαβάζω για τον «αθώο καλοκαιρινό παράδεισο» του Πανουσόπουλου, σε γνωστό έντυπο και προσπαθώ να εντοπίσω αν όντως υπάρχει κάποιας μορφής αθωότητα σε αυτή την ταινία. Ίσως υπάρχει στα μπιλιάρδα, στα 88bit video games που λειτουργούν με κέρματα, στις παρέες που μαζεύονται σε έρημες διαβάσεις για να δουν τους κολλητούς τους να κάνουν κόντρες με μηχανές, στα πρώτα μπεργκεράδικα της εποχής, που η μονοτονία βουλιάζει σε παγάκια από κόκα-κόλα και club sandwich. Αυτή είναι η Αθήνα που καταγράφει ο φακός του Πανουσόπουλου: Μικρές πολύχρωμες εστίες ανθρώπων που κρύβονται μέσα στις κεντρικές λεωφόρους των Αθηνών, που δείχνουν πια απελπιστικά αχανείς. Όμως το καλοκαίρι είναι εδώ και το πρόσωπο του Χάρη μουσκεύει και βιώνει μια διαρκή βλάβη καθώς αναζητά ένα σημάδι, ένα νεύμα από τη Στέλλα, που θα τον φέρει πιο κοντά της. Ίσως η αθωότητα της ανθρώπινης ψυχής να βρίσκεται στη συνειδητοποίηση ότι χωρίς αυτό που ποθεί, δεν μπορεί να είναι χαρούμενη. Κι αν η Στέλλα δεν ανταποκριθεί ποτέ;

Πάρε ένα λεπτό και προσπάθησε να αναλογιστείς πότε έκανες αντίστοιχη ερώτηση στον εαυτό σου. Ένα μήνυμα στο messenger που μένει ακόμα αναπάντητο, ένα μήνυμα που απαντήθηκε αινιγματικά, μια κουβέντα με φίλη/φίλο που διακόπηκε ξαφνικά και δεν έφτασε σε αυτή την κατάληξη που είχες στο μυαλό σου: Η απόσταση ανάμεσα σε 2 ανθρώπινα όντα που αναζητούν μια απόδραση, ο οργασμός σε μια ανοργασμική πόλη, η αστική μοναξιά, όλα αυτά είναι οι «Απέναντι» και όλα αυτά είναι αναλλοίωτες σταθερές των πόλεων του Σήμερα, της Αθήνας του 2018.

Αυτοί είναι οι «Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου. Κάτι που ξεκίνησε ως ένα ανέκδοτο, μια διήγηση 2 λεπτών και έγινε α) ένα διαχρονικό ντοκουμέντο της μεταπολιτευτικής αστικής κουλτούρας και του νεανικού τρόπου ζωής και β) μια επίσης διαχρονική υπενθύμιση πως η ερωτική επιθυμία και η εκδήλωση της, δηλαδή η καύλα, είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει την αστική μοναξιά.