Ernold Same awoke from the same dream
In the same bed at the same time
Looked in the same mirror
Made the same frown
And felt the same way he did every day,
Then Ernold Same caught the same train
At the same station, sat in the same seat
With the same nasty stain

O παραπάνω στίχος από το «Ernold Same» των Blur, μπορεί εύκολα να περιγράψει το συναίσθημα του να βυθίζεσαι στον κόσμο του «Οίκτου». Ο Γιάννης Δρακόπουλος υποδύεται έναν άντρα, ένα Δικηγόρο, που ζει μαζί με τον ανήλικο γιο του, σε ένα σπίτι κοντά στην παραλία, που λούζεται κάθε μέρα από έναν εκτυφλωτικό ήλιο και σχεδόν κάθε πρωί χτυπάει την πόρτα μια γειτόνισσα. Ηγειτόνισσα φέρνει ένα κέικ προς τον μοναχικό άντρα, ως μια ένδειξη συμπαράστασης προς τη δύσκολη στιγμή που βιώνει: Η γυναίκα του είναι σε κώμα,ύστερα από ένα σοβαρό ατύχημα. Ο άντρας στο καθαριστήριο συμμερίζεται κι εκείνος τον πόνο του. Ο καλύτερος του φίλος επίσης βρίσκεται εκεί, για να παίξουν ρακέτες στην παραλία και να του χαρίσει λίγη συμπαράσταση, λίγο οίκτο ακόμα. Είναι σαφές ότι ο οίκτος εδώ λειτουργεί ως κρυπτονίτης και ταυτόχρονα ως αφροδισιακό.

Ο Δικηγόρος μοιάζει με πρωταγωνιστή video game που αναζητά έξτρα ζωές για να συνεχίσει να παίζει και ταυτόχρονα με εξαρτημένο που ψάχνει τη δόση του. Κάθε ζωή και κάθε δόση υπάρχουν στα λόγια θλίψης και συμπόνιας που δέχεται από τον περίγυρο του, στα δάκρυα που Εκείνος κλαίει κάθε πρωί, στην παταγώδη αποτυχία και το μαρτυρικό θάνατο που οσμίζεται και βρίσκεται πάντα εκεί, σε δικαστήρια και νοσοκομεία. Και ξαφνικά Εκείνη ξυπνάει από το κώμα.

Η χαρά επιστρέφει. Και μοιάζει με όνειδος. Η χαρά επιστρέφει στη ζωή Εκείνου, ο γιος του αποδεικνύεται εξαίσιος σολίστ του πιάνου, ο πατέρας του ένα νησί αισιοδοξίας, η ζωή του είναι έτοιμη να εκτοξευτεί σε έναν ουρανό γλυκιάς, λαμπερής αστικής ευδαιμονίας. Τι θα κάνει Εκείνος τώρα που δεν έχει άλλα δάκρυα, τώρα που ο οίκτος των άλλων έχει στερέψει;

Η ταινία του Μπάμπη Μακρίδη μοιάζει με βουτιά σε έναν βυθό, γεμάτο από έντονες αποχρώσεις του μπλε. Η βουτιά γίνεται χωρίς αναπνευστήρα και η εμπειρία μοιάζει μαγική, αλλά στο τέλος ο πνιγμός μοιάζει αναπόφευκτος και μόνιμη, μοναδική επιλογή. Η καταβύθιση Εκείνου καταγράφεται μέσα από ιντερλούδια εκκωφαντικής μουσικής και fade to black εικόνες που εμφανίζονται λέξεις- συλλογισμοί που κατοικούν στο μυαλό του. Το νερό είναι ο σιωπηλός πρωταγωνιστής της ταινίας: Εκτυφλωτικό ως θάλασσα, απειλητικό ως βροχή, λυτρωτικό όταν διασχίζει το πρόσωπο Εκείνου, μέσα από δάκρυα… Το νερό είναι σχεδόν απειλητικό σε όλη τη διάρκεια του «Οίκτου».

Επίσης, τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών ακόμα και τις σπάνιες φορές που μοιράζονται το ίδιο κάδρο, δεν συναντιούνται ποτέ. Σαν να αναζητούν κάτι αντίστοιχο με τον οίκτο Εκείνου, ένα παρόμοιο «φιξάκι» για να παραμείνουν όρθιοι. Pity is the drug και πρέπει να «σκοράρουμε».

Δεν ήμουν προετοιμασμένος για τον «Οίκτο», μια ταινία-βουτιά στην κόλαση ενός δικηγόρου που δεν ήξερε να (μην) κλαίει. Ο ήρωας θυμίζει συχνά τους χαρακτήρες της θρυλικής σειράς «Twilight Zone» που καλούνται να ζήσουν δοκιμασίες πέρα από την πραγματικότητα, αλλά μέσα στις πιο σκοτεινές πτυχές του μυαλού τους. Παράλληλα το χιούμορ της ταινίας μοιάζει με αυθεντικό homage στον κωμικοτραγικό κόσμο του «Clockwork Orange» του Stanley Kubrick. Μόνο που στην ταινία του Μπάμπη Μακρίδη δεν συμβαίνει καμία λοβοτομή, μόνο αληθινή ζωή. Ο «Οίκτος» είναι μια μαύρη κωμωδία, που αν παρατηρήσεις προσεκτικά το ταξίδι του κεντρικού ήρωα, ίσως να εκπλαγείς. Ίσως να εντοπίσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου.

Η ταινία έκανε την πανελλαδική πρώτη της προβολή στις 27 Σεπτεμβρίου 2018, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, όπου και θα συνεχίσει να προβάλλεται μέχρι τις 7 Οκτωβρίου. Ο «Οίκτος» πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance 2018 στο τμήμα World Cinema Dramatic Competition.

Η ταινία συνέχισε την φεστιβαλική πορεία της με Ευρωπαϊκή πρεμιέρα στοΦεστιβάλ του Ρόντερνταμ  και από εκεί σε πολλά άλλα σημαντικά κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο.

Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Οδησσού ο Οίκτος έφυγε με τα βραβεία καλύτερης ταινίας και Σκηνοθεσίας. Στο Φεστιβάλ της Βαλέτα κατέκτησε το Βραβείο Σκηνοθεσίας, ενώ στο Διεθνές φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λουξεμβούργου απέσπασε Ειδική Μνεία.