Είμαστε στο γραφείο του RISE TV. Ρωτάω «ξέρετε τι είναι το φόμο»;

Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

 

Μήπως έχεις κι εσύ φόμο;

Η συνάδελφος με το κωδικό όνομα «Τίνκερμπελ» πετάγεται: «Εγώ, εγώ έχω τέτοιο!». Ταράζεται με την ατάκα, «Χθες, μόλις έφυγες, ήρθαν όλοι!». Μπορεί να είναι κομμάτια, να χασμουριέται και να κοιμάται όρθια, αλλά αν υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον event θα σηκωθεί να πάει πάση θυσία, μην και συμβεί κάτι συγκλονιστικό κι ανεπανάληπτο και το χάσει. Η «Τίνκερμπελ» πάσχει από φόμο. Εγώ, την ίδια στιγμή, βλέπω το τρίτο όνειρο. Χωρίς κανένα άγχος του τι γίνεται εκεί που δεν είμαι. Αφού δεν είμαι, τι με νοιάζει; Εγώ δεν έχω φόμο.

Ποια είναι αυτή η σύγχρονη διαδικτυακή αρρώστια;

Το Σύνδρομο FOMO (Fear Of Missing Out Syndrome) εντοπίστηκε πρώτη φορά το 1996 από έναν μαρκετίστα με το όνομα Dan Herman, ο οποίος και πρωτοέκανε μια σχετική δημοσίευση το 2000. Το 2013 εισήχθη στο λεξικό της Οξφόρδης και το 2014 άρχισε να μελετάται επισταμένως από την αμερικανική επιστημονική κοινότητα.

Στα ελληνικά σημαίνει «φόβος μην χάσεις το τι συμβαίνει» και πρόκειται για μια μορφή κοινωνικού άγχους, κατά την οποία το άτομο αγωνιά να παραμένει διαρκώς συνδεδεμένο με το τι κάνουν οι άλλοι. Το άτομο διακατέχεται από έντονη και μόνιμη ανησυχία, σε σχέση με το ότι όλοι οι άλλοι ζουν μια πολύ ικανοποιητική εμπειρία, την ίδια στιγμή που εκείνος δεν βρίσκεται μαζί τους. Αισθάνεται ότι «χάνει τα ωραία». Το FΟMO ορίζεται, επίσης, ως «φόβος της λύπης», ως  ψυχαναγκαστική ανησυχία ότι θα μπορούσε το άτομο να χάσει την ευκαιρία για μια αξιοσημείωτη κοινωνική συναναστροφή. Το άτομο περνά το χρόνο του σκεπτόμενο πως «τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά».

Πρόκειται για φαινόμενο που ενισχύθηκε δραματικά με την αύξηση των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με τον χρόνο που δίνουν σ’ αυτά και με τον όγκο των στιγμών που μοιράζονται. Η τάση να μοιραζόμαστε το «επιφανειακά ωραίο» είναι μια μάστιγα που κάποιους τους καταρρακώνει. Η ηλεκτρονική έκδοση της τελειότητας και η σύγκριση με τα επιτεύγματα των άλλων αυξάνει τα ποσοστά κατάθλιψης.

Τι συμβαίνει στο «φομισμένο» άτομο;

Το ευάλωτο στο FOMO άτομο σκέφτεται διαρκώς πως έχει κάνει τη «λάθος επιλογή», πως δεν έπρεπε να έχει λείψει από το τάδε μέρος, πως δεν έπρεπε να μην έχει δοκιμάσει την τάδε εμπειρία. Και τα σκέφτεται αυτά ακόμη και την ίδια στιγμή που ζει μια εμπειρία εξίσου ενδιαφέρουσα από αυτήν που νιώθει πως έχασε. Το άτομο αισθάνεται άγχος, δεν έχει εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που παίρνει, αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό και συνεχώς αναρωτιέται «μήπως έπρεπε να διαλέξω το άλλο»; Σαν να ακούει το τραγούδι των Σειρήνων, ένα πράγμα…

Φανταστείτε πως, αυτό το άτομο, μπορεί να βρίσκεται σε έναν καταπληκτικό γάμο, στην παραλία, με τέλεια μουσική, τέλειο μπουφέ, τρελό κέφι και να δει στο Instagram πως κάποιοι φίλοι του είναι μαζεμένοι γύρω από μια φωτιά, με μπύρες απ’ το περίπτερο και πολλά κουνούπια και να ζηλέψει απίστευτα. Δεν έχει να κάνει, δηλαδή, με τις ποιοτικές παραμέτρους της εμπειρίας που χάνει. Έχει να κάνει με το ότι θα επιθυμούσε να διασπαστεί σε χίλια κομμάτια και να τα κάνει όλα, μόνο και μόνο για να μην χάσει τίποτα.Το πιο μεγάλο ή το παραμικρό.

Το «φομισμένο» άτομο δεν θέλει να δεσμευτεί, θέλει να είναι συνεχώς ανοιχτό σε νέες επιλογές. Στις πιθανές εμπειρίες που θα του χτυπήσουν την πόρτα για να του προσφέρουν, ίσως, μεγαλύτερη ικανοποίηση. Αποφεύγουν, λοιπόν, τις συμφωνίες και δύσκολα θα οριστικοποιήσουν εγκαίρως την παρουσία τους σε ένα ραντεβού, σε ένα event, σε μια έξοδο.

Πως προκύπτει;

Οι ειδικοί λένε πως τα χαμηλά επίπεδα ψυχικής ικανοποίησης μας κάνουν πιο ευάλωτους στο FOMO. Το να συνδεόμαστε με τους άλλους ανθρώπους, το να νιώθουν μια σχετικότητα μαζί τους, το να νιώθουμε πως έχουμε συνεκτικούς δεσμούς, μας επηρεάζουν σε βάθος. Θέλουμε να είμαστε αρεστοί σ’ αυτούς, σεβαστοί. Πριν τα social media ο κύκλος των επαφών μας, μέσα στον οποίο ψάχναμε να καλύψουμε τέτοιες ανάγκες, ήταν μικρότερος και πιο οικείος. Ήταν οι συγγενείς, οι κολλητοί, οι συνάδελφοι. Μ’ αυτούς μοιραζόμασταν την καθημερινότητά μας, τις απόψεις μας και απ’ αυτούς παίρναμε feedback. Τώρα… απ’ τους εκατό φίλους και πάνω, νιώθουμε σαν να έχουμε κοινό, θεατές. Και την ίδια στιγμή που αυτοί μας παρακολουθούν, τους παρακολουθούμε κι εμείς. Γίνονται πρότυπα ζωής. Ενώ, συνήθως, το μόνο πράγμα που μας συνδέει με τους περισσότερους απ’ αυτούς, είναι απλώς μια ηλεκτρονική φιλία.

Τα έξυπνα κινητά δημιουργούν εξάρτηση από τέτοια φαινόμενα. Η διαρκής σύνδεση με το επίπλαστο, οι ειδοποιήσεις για εντελώς χαζά πράγματα (π.χ. “Η Μαρία Παπαδοπούλου νιώθει ευλογημένη τρώγοντας μπακαλιάρο στο Πασαλιμάνι”), μας κάνουν να συσχετίζουμε συνεχώς τις δικές μας στιγμές με τις στιγμές όλων των άλλων. Μας κάνουν ανταγωνιστικούς και δυστυχισμένους και μάλιστα χωρίς κανέναν απολύτως σοβαρό λόγο!

Ο ψευδαισθητικός ηλεκτρονικός κόσμος δημιουργεί αληθινά αισθήματα.

Ο ηλεκτρονικός κόσμος είναι ελκυστικός. Είναι γρήγορος, ιδανικός και συνδετικός. Αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον πραγματικό κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι που εξαιτίας αυτού του συνδρόμου παθαίνουν κρίση εφίδρωσης, που σφίγγεται το στομάχι τους, που τους πιάνει πονοκέφαλος, που αντιδρούν ψυχοσωματικά στα ηλεκτρονικά ερεθίσματα.

Τα άτομα με FOMO πάσχουν από μοναξιά, απομονώνονται συναισθηματικά και νιώθουν ανεπαρκή. Νιώθουν φθόνο, ζήλια, αισθάνονται κατώτερα, αγανακτισμένα, θυμωμένα. Και με τους άλλους (που πιθανώς δεν τον προσκάλεσαν εκεί που δεν είναι τώρα) και με τον εαυτό τους. Νιώθουν αδύναμα. Ή και αποτυχημένα. Νιώθουν θλίψη!

Έρευνες δείχνουν πως απ’ αυτό πάσχουν σχεδόν τέσσερις στους δέκα νέους, πως δεν έχει σχέση με την ηλικία και πως οι άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να το βιώσουν συγκριτικά με τις γυναίκες. Η πλειοψηφία των Millennials (τρέχουσα ηλικία μεταξύ 18 – 34 ετών) δήλωσε ότι θέλει να πει «ναι σε όλα» εξαιτίας ακριβώς αυτού του φόβου της απώλειας.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να πιστέψουμε πως όλα όσα βλέπουμε στα social media είναι παραμορφωμένη αντιπροσώπευση της πραγματικότητας και όχι η ίδια η πραγματικότητα. Μιλάμε για επίπλαστες εικόνες, «φιλτραρισμένες» στιγμές, ζωής. Αν εμείς βάλουμε σε μια σειρά αυτές τις «εικόνες ζωής» του εκάστοτε χρήστη, δεν θα έχουμε συνθέσει την «ταινία της ζωής του», αλλά μια εντελώς στρεβλή καθημερινότητα. Φυσικά, λίγοι είναι αυτοί που μοιράζονται τις δυσκολίες και τα προβλήματά τους και σίγουρα σπάνια τα φωτογραφίζουν ή τα κάνουν stories. Όπως, επίσης, οι όμορφες εμπειρίες δεν είναι αυτονόητα και αντικειμενικά όμορφες. Το ωραίο στην εμπειρία είναι η υποκειμενικότητά της.

Στα social media μοιραζόμαστε τα κοινά μας ενδιαφέροντα, τις απόψεις μας, εικόνες από την καθημερινότητά μας, σχόλια γι’ αυτήν. Αλλά τα social media δεν υποκαθιστούν τη ζωή. Η ζωή είναι έξω απ’ αυτά. Στα social media πλασάρεται η ευτυχία και συγχρόνως προκύπτουν και όλοι οι εχθροί της ευτυχίας μας. Ο Μοντεσκιέ είπε πως:

«Αν θέλαμε απλώς να ήμασταν ευτυχισμένοι, θα ήταν εύκολο. Αλλά θέλουμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι από τους άλλους και αυτό -σχεδόν πάντα- είναι δύσκολο, μιας και τους νομίζουμε πιο ευτυχισμένους από ότι είναι.»

Συντονισμένοι σε τέτοιο βαθμό με τις ζωές των άλλων, χάνουμε την αυθεντική αίσθηση του δικού μας εαυτού. Τα πραγματικά «θέλω» μας. Τις δικές μας ανάγκες. Δεν είμαστε ίδιοι με τον άλλο. Άρα, δεν πρόκειται να γίνουμε και ευτυχισμένοι με τον ίδιο τρόπο μ’ αυτόν.

Η συγγραφέας Erica Jong είπε πως «η ζήλια είναι όλη η διασκέδαση που νομίζεις ότι είχαν οι άλλοι».

Λύση πρώτη: Απενεργοποιήστε τις ειδοποιήσεις. Έστω για κάποιο διάστημα. Κόψ’ τε μαχαίρι τον εθισμό.

Κόψ’ τε, επίσης, ταχύτητα. Μην τα κάνετε όλα μαζί. Μην τσεκάρετε την αρχική σελίδα όσο οδηγείτε, μην περπατάτε και στέλνετε μηνύματα, μην κάνετε ένα ηλεκτρονικό κι ένα πραγματικό πράγμα συγχρόνως! Ζήστε τα όλα λίγο πιο αργά, ώστε να μπορέσετε να τα εκτιμήσετε και να τα ιεραρχήσετε. Γίνετε επιλεκτικοί συλλέκτες των καταστάσεων και των στιγμών κι όχι υπερκαταναλωτικοί.

Κάντε ό,τι κάνετε για την εμπειρία και όχι απλώς για να δημοσιοποιήσετε την παρουσία σας κάπου. Σκεφτείτε αν θα πηγαίνατε και πριν την εμφάνιση του facebook κάπου… Αν θα πηγαίνατε για λόγους πραγματικής διασκέδασης, συνάντησης με ανθρώπους που όντως θέλετε να δείτε, για λόγους περιπέτειας ή ακόμη και απλής περιέργειας. Αν ναι, τότε στο καλό. Αν όχι, τότε εκπαιδευτείτε στο να λέτε «όχι»!

Δώστε βάση στις ανάγκες σας και έπειτα στις επιθυμίες σας. Και να θυμάστε ότι οι ανάγκες είναι περιορισμένες, ενώ οι επιθυμίες ατελείωτες. Είναι μάταιο να προσπαθείτε να καλύψετε τις συνεχώς αναδυόμενες επιθυμίες σας, προτού καν επιβεβαιώστε ότι όλα πάνε καλά με τις βασικές σας ανάγκες. Θα «καταναλώνετε» συνεχώς στιγμές, χωρίς να γεμίζετε το ψυχικό σας κενό.

Δώστε, επίσης, βάση σε όσους και σε ό,τι δίνει νόημα στην ζωή σας. Βάλτε προτεραιότητες. Και μην μπερδεύεστε με όσα σας δημιουργούν ψευδαισθήσεις εμπειρίας. Επενδύστε τον κενό χρόνο σας καλλιεργώντας κάποια δεξιότητά σας. Κάτι που θα σας δώσει χαρά, κίνητρο, αυτοσεβασμό και ικανοποίηση.

Απολαύστε τις στιγμές, μην περνάτε απλώς από μέσα τους σα να περπατάτε στη βροχή φορώντας αδιάβροχο, γαλότσες και κρατώντας ομπρέλα. Εκτιμήστε όλα όσα έχετε, τη στιγμή που τα έχετε. Και την ευκαιρία να βρίσκεστε κάπου, μαζί με κάποιους. Και την υγεία σας και τον χρόνο που φεύγει σαν την άμμο μέσα απ’ τη χούφτα μας. Απολαύστε και τις ευκολίες και τις δυσκολίες που προκύπτουν στη ζωή σας. Δεν χρειάζεται να περιμένετε να χάσετε κάτι απ’ τη ζωή σας, για να το εκτιμήσετε.

Η ζωή σου είναι εδώ κι εσύ λείπεις!

Ντεκάρτ: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω!»

Εμείς: «Στα δείχνω όλα, για να υπάρχω!»

Πρόταση: Σκέψου, μπας και υπάρξεις όντως.

Δεν χρειάζεται να είσαι σ’ απευθείας σύνδεση με τη ζωή των άλλων. Δεν χρειάζεται να είσαι μέλος μιας διαδικτυακής αγέλης. Κόψε την ψυχαναγκαστική ανάγκη να είσαι διαρκώς συνδεδεμένος με το μπούγιο. Ζήσε τη δική σου ζωή. Όχι τη δική τους. Κι όταν λέμε «ζήσ’ τη» εννοούμε «επένδυσε» χρόνο, συναίσθημα, φαιά ουσία, ενέργεια. Πάψε ν’ αναζητάς το διαφορετικό και αναζήτησε απλώς το καλύτερο. Κι αντί της ποσότητας, ψάξε για την ποιότητα. Σταμάτα να τρέχεις σαν ψηφιακό χαμστεράκι γύρω από την σοσιαλμιντιακή ρόδα. Ασπαστείτε το JOMO*: τη χαρά του να ζείτε χωρίς σοσιαλμιντιακές ψευδαισθήσεις.

*Joy of Missing Out: You’re enjoying what you’re doing in the here and now and not on social media broadcasting or seeing what everybody else is doing. Opposite of fomo or the fear of missing out.

Υ.Γ.: Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, ρώτησα τη συνάδελφο «Τίνκερμπελ» αν είναι οκ να βάλω το όνομά της. Ακολούθησε το εξής:

–  Να σου πω, έχεις πρόβλημα να γράψω το όνομά σου στο άρθρο μου για το φόμο;

–  Όχι δεν έχω πρόβλημα.

–  Είσαι σίγουρη;

–  Ναι ρε. (παύση) Πώς το αναφέρεις;

– Σε έχω βάλει στην εισαγωγή.

– Βάλε καλύτερα «μια συνάδελφος».

– Σίγουρα;

– Να έρθω να τραβήξω ένα στόρυ; (παύση) Που είναι το όνομά μου;

– Αφού σου έβαλα ψευδώνυμο.

–  Α….

ΦΟΜΟΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Δες όλα τα άρθρα της Κάπα Κάπα /Κ.Κ.