Υπογράφει η Κάπα. Κάπα.

Εμείς, οι άλλοι και τα πεζοδρόμια

Στην Ιταλία, μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω κοιτάγματος, σημαίνουν έντονο φλερτ. Στην Αγγλία, θα νομίσουν πως έχετε όρεξη για καβγά. Στο Πεκίνο, δεν θα σας κοιτάξει κανείς, καθώς οι περισσότεροι ασχολούνται με το κινητό ή τα παπούτσια τους, ενώ σε άλλα μέρη της Κίνας, θα σας κοιτάξουν στα μάτια και θα σας χαμογελάσουν –σας υποδέχονται ως ξένο. Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες με αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες σχετικά με την οπτική επαφή και με το να λένε «γεια» δυο άγνωστοι άνθρωποι στον δρόμο. Στη Γερμανία και στην Αυστρία δεν φωνάζουμε «γεια» από μακριά κι ούτε πρέπει ν’ ανοίξεις κουβέντα με κάποιον που δεν ξέρεις στο U-Bahn του Βερολίνου. Στο Underground του Λονδίνου, ισχύει ο ίδιος κανόνας κοινωνικής αλληλεπίδρασης: «Μην μιλάτε σε αγνώστους!»

Στην Ελλάδα, το έντονο βλέμμα σε κάποιον που δεν γνωρίζεις, είναι δείγμα περιέργειας (ή και παραξενιάς κάποιες φορές): κόβουμε κίνηση (τίνος είναι τούτος/ή, κουτσομπολεύουμε, τι ‘ναι αυτό που φοράει;), αναρωτιόμαστε (τον/την γουστάρω;), παίρνουμε ιδέες (να κάνω κι εγώ έτσι τα μαλλιά μου…) και φυσικά φλερτάρουμε, ξεκινάμε καβγά, ξεκινάμε κουβέντα κ.ο.κ.

Τους περισσότερους ευρωπαίους πρωτευουσιάνους, αν τους φέρεις στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αν τους βάλεις στο Μετρό και στα λεωφορεία, θα τους φανεί εξαιρετικά άβολο το βλέμμα μας που τους σκανάρει, μέχρι να το συνηθίσουν και να πάψουν να του δίνουν τόση σημασία.

Σκέψου να πας σε κάποιον γάμο στο Λονδίνο. Να κάθεστε μπροστά μπροστά με το παιδί σου. Ν’ αρχίσει τα κλάματα, κι εσύ, για να μην ενοχλείς, να σηκωθείς για να πάτε μια βολτούλα έξω, να ηρεμήσει. Θα περάσεις από τον κεντρικό διάδρομο, ανάμεσα σ’ όλους τους καλεσμένους. Και τι θαύμα! Όλοι οι καλεσμένοι θα κοιτούν το μυστήριο κι όχι εσένα. Άντε, κανά δυο γιαγιούλες, να σας χαμογελάσουν.

Σκέψου τώρα την αντίστοιχη σκηνή σε εκκλησία της Ελλάδας. ΟΛΑ τα βλέμματα πάνω σου! ΟΛΑ! Και της νύφης και του γαμπρού και του παπά. Και οι αντίστοιχες γιαγιούλες, καθώς θα σας κοιτάνε, υποτιμητικά, θα βγάζουν και μερικά «τς τς τς» από τα σομόν τους χείλια.

Εμείς, εδώ, κοιτάζουμε ΣΥΝΕΧΩΣ τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι. Γινόμαστε ενοχλητικοί… μπαίνουμε στην ιδιωτική σφαίρα του άλλου, επίμονα. Και πότε αυτό είναι υπέρ μας και πότε είναι κατά….

Τo gif και η εικόνα εξωφύλλου, είναι από την ταινία «Me And You And Everyone We Know»

Οι φυλές των περαστικών

Αν ζεις, ας πούμε, στη Νέα Υόρκη, αυτός ο τύπος, σου είναι πιο οικείος. Είναι αυτός που έχει  μάθει την «τέχνη του πλήθους», ξέρει πώς να συμπεριφερθεί ως μέλος ενός τεράστιου κοπαδιού που πηγαίνει κι έρχεται, από δουλειά σε δουλειά, και πρέπει να μην «σπαταλιέται» σε τίποτα (βλέμματα, χαιρετισμοί, ανούσιες κουβέντες), ώστε να είναι παραγωγικό. Σε ρυθμούς κούρσας ζωής ή  θανάτου, το βλέμμα, είναι κάτι που σπανιότατα χωράει να ανταλλαγεί.

Αυτοί είναι η φυλή των παραγωγικών πεζοπόρων

Τα μάτια έρχονται σε επαφή για να πουν που σκοπεύετε να πάτε, δεξιά ή αριστερά, προκειμένου να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος σε μετωπικά χτυπήματα ή χορευτικές τσιριτσάντζουλες στη μέση του δρόμου, που θα δημιουργούσαν ανθρώπινο μποτιλιάρισμα. Αυτοί κοιτάζουν, σκανάρουν, εξετάζουν από απόσταση τις ιδανικές διαδρομές. Τίποτα δεν πρέπει να ανακόψει τις ορμητικές διαδρομές των πρωτευουσιάνων.

Αυτοί είναι η φυλή των αποτελεσματικών (αστικών) πεζοπόρων

Σε αυτές τις δύο «φυλές» είναι αδύνατον να αλλάξεις τη συνήθεια του περπατήματός τους. Ακόμη και στη Σίκινο να τους στείλεις διακοπές, πιθανότατα θα περπατάνε με σκοπό, σα να καθυστέρησαν σε κάτι.

Υπάρχουν αυτοί που επιταχύνουν όταν προσεγγίζουν «το παιδί με τα φυλλάδια», όταν διασταυρώνονται με κάποιον που τους φαίνεται βρώμικος ή επικίνδυνος, όταν περνούν από το σημείο ενός άστεγου, ενός ζητιάνου. Εκεί, ξάφνου, δημιουργείται ένα αόρατο αλλά μασίφ τείχος, πέρα απ’ το οποίο ΔΕΝ βλέπουν. Τίποτα δεν τους κάνει να αποσπαστούν από την διαδρομή τους. Είναι στοχοπροσηλωμένοι. Το βλέμμα ευθεία μπροστά ή κάτω. Καμία επαφή με τους γύρω. Κόκκινα αλέρτ τριγύρω, «Μην κοιτάξεις! Μη γυρίσεις  να κοιτάξεις! Πιο γρήγορα! Απόφυγε τον σκόπελο!» Η απελπισία και η δυστυχία, όταν υπάρχει περίπτωση να έρθει κοντά μας, να μας αγγίξει, μας κρατάει σε επιφυλακή, δεν μας κάνει πια περίεργους, δεν μας κάνει κουτσομπόληδες. Μας κάνει να μη θέλουμε να δούμε τίποτα.

Αυτή είναι η φυλή των κατά συνθήκη γρήγορων

Αργό σουλάτσο. Βλέμματα παντού τριγύρω, με χρόνους ελεύθερους. Να δει με την ησυχία του το κορίτσι που περνάει με τ’ ωραίο το φουστανάκι… Να δει τι περιέχει η μίνι οικοσκευή του άστεγου… Να δει καμιά βιτρίνα.. Να χαιρετήσει αργά τον περιπτερά… Να ελέγξει το παιδάκι που κλαίει και οδύρεται, να μάθε για τι γκρινιάζει… Να κρυφακούσει κανά καβγά… Συνήθως καπνίζει. Κανείς δεν ξέρει αν υπάρχουν ώρες της μέρας που δεν παρακολουθεί τους άλλους. Παίζει να είναι και πράκτορας.

Αυτοί είναι η φυλή των χασομέρηδων

Όποιο παράστημα κι αν έχει, ό,τι κι αν φοράει, η Ναόμι η Κάμπελ κι ο Τζωρτζ ο Κλούνεϊ είναι γατάκια μπροστά στο πλάσμα αυτό που, ενώ μοιάζει να κοιτάει ευθεία μπρος στον ορίζοντα, κοιτάει τα πάντα τριγύρω του με την περιφερειακή του όραση για να δει τις εντυπώσεις που προκαλεί. Το πλάσμα αυτό μαζεύει επιδοκιμασίες και θαψίματα σε ίσες ποσότητες. Τίποτα δεν τον πτοεί. Θα πάει στο περίπτερο και το περίπτερο, γι’ αυτό το πλάσμα, θα είναι το κτίριο της Ακαδημίας για την παραλαβή των Όσκαρ. Κι όλα τα πεζοδρόμια στρωμένα κατακόκκινα.

Αυτή είναι η φυλή των μοντέλων

Οι άλλοι, οι συνηθισμένοι, οι κανονικά κυκλοθυμικοί, οι γήινοι.. Σήμερα ξύπνησαν κακά και περπατούν με κατεβασμένα μούτρα, με το στόμα μισάνοιχτο να βγάζει πνιχτές κατάρες. Αύριο θα ξυπνήσουν ευτυχείς και μας χαμογελούν χωρίς έλεος. Σήμερα τα κορίτσια είναι αδιάθετα κι αύριο τα αγόρια κέρδισαν στο ποδόσφαιρο.

Κι αυτή είναι η φυλή του μέσου όρου οι λίγο απ’ όλα, αναλόγως με το πώς ξύπνησαν το πρωί. Εμείς.

Γιατί κάποιοι θέλουμε να έρθουμε σε επαφή με τους ανθρώπους στο δρόμο και κάποιοι το σιχαινόμαστε;

Για κάποιους, τα πρόσωπα των ανθρώπων του δρόμου, είναι συναρπαστικά. Σαν έργα τέχνης που όταν τα κοιτάζουν βλέπουν μέσα την προσωπικότητα και τη ζωή του άγνωστου διαβάτη που τα περιφέρει. Τους κάνουν να αναρωτιούνται για τις στιγμές της ζωής τους, λίγο πριν και λίγο μετά απ’ αυτό το βλέμμα, τι έφαγαν το μεσημέρι και με ποιον κοιμούνται το βράδυ. Για πολλούς, αυτό το ξεψαχνιστικό κοίταγμα είναι άβολο, αμήχανο κι αποστρέφουν το βλέμμα ενοχλημένοι. Γι’ άλλους είναι κολακευτικό.

Υπάρχουν βλέμματα που θα δεις στο δρόμο και θα σε στοιχειώσουν. Ένας παππούς, ένας άστεγος, ένα παιδί, μια εκδιδόμενη. Τα μάτια, ακόμη και φευγαλέα, μπορούν να πουν πάρα πολλά. Αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, ένα βλέμμα ξέρει να λέει ένα εκατομμύριο.

Η επαφή με τα μάτια είναι ένας θαυματουργός δεσμός, μια ροή τρελών πνευματικών μηνυμάτων που πλημμυρίζεις τις υπάρξεις που συνδέει, ένα διανοητικό παιχνίδι χωρίς λόγια. Η πρόθεσή μας, η σκέψη μας, η ενέργειά μας, προβάλλονται στους άλλους, γινόμαστε έκθετοι. Συνδεόμαστε. Γινόμαστε μέρος του κοπαδιού.

Κι αυτοί που απειλούνται…

Το να μην κοιτάζεσαι στα μάτια, περπατώντας, δηλώνει μια απόφαση δημόσιας απομόνωσης. Αποφασίζω να γίνω αόρατος μέσα στο πλήθος. Αποφεύγω να προσελκύω ανεπιθύμητη προσοχή πάνω μου. Πρέπει να είσαι πολύ τολμηρός για να προσπαθήσεις να με βγάλεις απ’ το αόρατο κουτί μου. Προτιμώ τη βόλεψη της οθόνης του κινητού μου. Χωμένος στο αόρατο φρούριό μου, δεν δίνω προσοχή σε κανέναν και δεν δίνω την ευκαιρία να μου δώσει κανείς. Απόσυρση.

Αυτοί είναι οι φοβισμένοι, οι εσωστρεφείς ή θυμωμένοι. Έχουμε και τους «τραυματισμένους», όπου ή έχουν υποστεί μια ρεαλιστική απειλή στο δρόμο ή φοβούνται (μ’ όλα όσα ακούν γύρω τους) ότι θα τους συμβεί. Σ’ αυτούς, η αστυνομία, ως βασικά μέτρα αυτοπροστασίας, συστήνει να περπατάνε σε φωτισμένες περιοχές, όπου υπάρχουν κι άλλοι περαστικοί γύρω και να προσέχουν τι συμβαίνει στο περιβάλλον τους. Να περπατούν με αυτοπεποίθηση και με γρήγορο ρυθμό, σε ένα χαμηλό επίπεδο επιφυλακής και σ’ ένα υψηλό ψυχραιμίας.

Μπας και είναι καλό τελικά να γυροφέρνουμε αγνώστους;

Σ΄ αυτή την ομιλία του TED μαθαίνουμε γιατί πρέπει να μιλάμε σε αγνώστους. Τα αντίθετα, δηλαδή, απ΄ όσα μας δίδαξαν ο παππούς κι η γιαγιά, στις πρώτες παιδικές μας βόλτες…

Κάποιους, το να μοιράζουν χαμόγελα στο δρόμο, τους κάνει χαρούμενους. Το χαμόγελο είναι, συνήθως, μεταδοτικό. Ο ανυποψίαστος παραλήπτης, ίσως χαμογελάσει στον επόμενο διαβάτη. Αν εφαρμοστεί, ίσως, μειώσει τα ποσοστά απελπισίας του δρόμου.

Δοκιμάστε το με τους εμμονικά προσηλωμένους στο κενό. Αυτοί θέλουν τρυφεράδα, ήρεμο χαμόγελο, γλύκα, για ν’ ανοίξουν. Αλλά, ως άσκηση, θα σας βοηθήσει και για τους πιο σκληροπυρηνικούς, τους θυμωμένους, τους υπερπαραγωγικούς που τρέχουν να προλάβουν το χρόνο που τρέχει.

Θα αποκαλύψετε, σιγά σιγά, στον εαυτό σας, έναν αόρατο κοινωνικό κώδικα του δρόμου, που ως τότε δεν είχατε πάρει χαμπάρι… Το λιγότερο που έχετε να κερδίσετε ως ανταμοιβή, είναι ν’ ανακαλύψετε πως οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω σας έχουν πολύ όμορφα μάτια.

Πριν απ’ όλα, είσαι ζώον!

Σαν τα σκυλιά, που μυρίζουν την περιοχή, την ίδια περιοχή, σε κάθε βόλτα, κάθε μέρα, στο ίδιο τετράγωνο, και αποσπούν τα νέα της γειτονιάς, τα περιβαλλοντικά νέα, τα νέα του κόσμου, και του πλανήτη –κατά την αίσθησή τους. Αυτό θέλουμε κατά βάθος. Και αν τα σκυλιά φοβούνται και παίζουν άμυνα κάθε φορά που τα κοιτάς κατάματα, εμείς (σύσσωμη η Αθηναϊκή φυλή), έχουμε μεγαλύτερη ανοχή στο σκανάρισμα.

Με τη δυναμική της αλληλεπίδρασης παίζουμε εκείνο το παιχνίδι όπου κλέβουμε τις ματιές ο ένας στον άλλο, στα ίσα ή περιφερειακά. Κι αν μας φανεί λίγο περισσότερο ελκυστικός ο άλλος, αρχίζουμε και το φλερτ, άμα λάχει. (Προς θεού, δεν αγγίζουμε, όμως!) Κι αν στο ελάχιστο αισθανθούμε ότι παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου, χαιρετάμε και μην τον είδατε.

Το ατέρμονο παιχνίδι του δρόμου, μας θυμίζει πως πάντα υπάρχει κάτι νέο ΕΚΕΙ ΕΞΩ. Να είστε… κοινωνικά ανυπόμονοι! Αλέρτ, γιατί …ποτέ δεν ξέρεις. Άσε που η αμφίδρομη αλληλεπίδραση αναπτύσσει μια αίσθηση εμπιστοσύνης και υπερηφάνειας μέσα μας, που μας βοηθά στο να «αντέχουμε» τον κόσμο, να εκτιμάμε την ζωή  και να ανταποκρινόμαστε στην καθημερινότητα.

Ναι, ακούγεται κάπως σαν τον Κοέλιο ή τη Χάιντι, αλλά έχει νόημα.

 

Δες όλα τα άρθρα της Κάπα Κάπα /Κ.Κ.