Το Rise TV διάβασε και προτείνει το νέο μυθιστόρημα/νουβέλα του Μιχάλη Αλμπάτη, Η νόσος των ουρητηρίων από τις εκδόσεις νήσος
του Μιχάλη Αλμπάτη. Πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του,
που έρχεται να συνεχίσει με συνέπεια και ωριμότητα την ιδιαίτερη λογοτεχνική του πορεία.
Μια νέα εκδοτική στιγμή που σηματοδοτεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα στο έργο του συγγραφέα.
Η νόσος των ουρητηρίων
Ένας μυστηριώδης ιός, εκκινώντας από ένα ταπεινό δημόσιο ουρητήριο των Αθηνών, θέτει ολόκληρο τον πλανήτη υπό την εξουσία του. Πρόκειται για έναν ιό – αναμορφωτή, που μετατρέπει τους ανθρώπους, όλους, σε καλλιτέχνες. Η έμπνευση, η έκφραση, το κάλλος, είναι τα νέα ιδανικά που την ανθρωπότητα κινούν? οι πόλεμοι κατασιγάζουν, η δίψα για χρήμα και εξουσία ξεθυμαίνει, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί φανατισμοί εξασθενούν, και δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο είδος εισέρχεται για πρώτη του φορά σε έναν πραγματικά Χρυσό Αιώνα. Τα πράγματα ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά, καθώς αυτή η γλυκιά αρρώστια, που όλοι αντιμετωπίζουν σαν ευλογία, δεν είχε φανερώσει ακόμα όλα της τα χαρτιά… Ένα βιβλίο που ξεκίνησε σαν νουβέλα αλλά κατέληξε μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον.
Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε το 1973 στον Ζαρό, στους νότιους πρόποδες του Ψηλορείτη. Ζει στο Ηράκλειο. Άλλα έργα του: Η κατάλυση του χρόνου (νήσος, 2024) Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (νήσος 2022) Ο κώλος της Άννας (Απόπειρα, 2018) Κάρτα Ελεύθερης Πρόσβασης (Απόπειρα, 2019).
Η κριτική μας από τον Νικηφόρο Σκούμα
Αν ο Μιχάλης Αλμπάτης είχε γράψει μόνο τη Νουβέλα της Άννας, θα τον θεωρούσα και πάλι μια από τις τη κορυφαίες φωνές του πεζού λόγου και την πρωτεύουσα φωνή στο “γαλλικίζον” άναρχο-ρυθμικό συντακτικό, που κάνει την νουβέλα της Άννας ισάξια της Νουβέλας της Ιρέν του Άραγκον και της Φανφάρλο του Μπωντλαίρ.
Το νέο του πόνημα διαβάζει τόσο ως νουβέλα όσο και ως μυθιστόρημα. Με γραμματοσειρά γραφομηχανής κάνει μακροσκοπική περιγραφή της εξάπλωσης του ιού σε στρατηγικά σημεία του βιβλίου ενώ οπουδήποτε αλλού εστιάζει σε συγκεκριμένα πρόσωπα και τις επιπτώσεις της πανδημίας πάνω τους. Φυσικά αναφέρομαι στην πανδημία της τέχνης και της φιλοσοφίας. Πως αλλιώς εξηγείς την στροφή των καθαριστριών στα δοκίμια, των ταξιτζήδων στο μπαλέτο και των νοικοκυρών στο πειραματικό θέατρο;
“H Νόσος των Ουρητηρίων” δεν παρεκκλίνει ιδιαίτερα του αντίστοιχου νοητικού πειράματος “Τι θα γινόταν αν ο μέσος άνθρωπος ασχολούνταν περισσότερο με την τέχνη ως δέκτης ή δημιουργός” κι ως εκ τούτου ακολουθεί μια πεπατημένη. Τα όποια άλματα προς την υπερβολή μας προσφέρουν τα κωμικοτραγικά περιστατικά των πασχόντων δεν μας πάνε ως την στρατόσφαιρα του παραδόξου γιατί η πλοκή οφείλει να υπακούει στα κοινωνικοοικονομικά αξιώματα της ύπαρξης. Το ζωηρό λεξιλόγιο και η χαρακτηριστική εκφορά λόγου του Αλμπάντη καθιστούν το έργο από σουρεαλιστικό έως φαρσικό, αν και το βιβλίο δεν ισορροπεί πλήρως ανάμεσα στις δυο ταμπέλες λόγω της εξέλιξης της νόσου που κλείνει προς τη λογική και τον ρεαλισμό.
Η Νόσος των Ουρητηρίων πήγε τον νου μου στην “Ξεχασμένη Φρουρά” του Κουμανταρέα-τα απομνημονεύματά του- όπου ο Μένης σου δίνει την αίσθηση πως οι μεταπολεμικές Ελληνικές πόλεις είχαν παραδοθεί σε έναν άνευ προηγουμένου δημιουργικό-θεατρικό οίστρο λες και η ψιλή κουλτούρα φύτρωνε μέσα απ’ τα παροπλισμένα άρβυλα. Σαφώς αυτή δεν ήταν παρά η πραγματικότητα υπό τη ματιά του συγγραφέα ως παιδί.
Ενδεχομένως η λέξη αριστούργημα να είναι κατάλληλη να περιγράψει τη “Νόσο των Ουρητηρίων” η οποία αξίζει να μεταφραστεί και να περάσει τα σύνορα. Ο Μιχάλης Αλμπάτης είναι ένας λογοτεχνικός ταραξίας, εμπρηστής του κοινότυπου, ένας πρώτης τάξης καλλιτέχνης.
